Monday, February 20, 2017

Tου Xρόνου H Kαταδίκη

Τα χέρια του χαιδευανε τρυφερά τους αστραγαλους της, εκείνη διάβαζε το βιβλίο της σιωπηλά ,εκείνος  μπροστά στην μεγάλη οθόνη και ο νούς του να τρέχει πάνω στο σώμα της,ο νούς του να τρέχει στους πιο ονείρεμένους κόσμους μαζί της,η ομορφιά της καθημερινότητας του,ηταν εκείνη,εκείνη που στόλιζε την καθημερινη ασπρόμαυρη ζωη του με χρώματα και περίλαμπρα αστρα,
η ζωή πέρα απο αυτο θα ήταν απλά μια τσουλίθρα προς τον όλεθρο.
Αυτά τα πάθη είναι το αλατοπίπερο λέει η γιαγιά μου,αυτα τα πάθη μας ορίζουν και μας κατατάσουν σε ευτυχησμένους και δυστηχησμένους.Αυτα τα πάθη μας σκοτώνουν στην δύση και μας ανασταίνουν πάλι την ανατολή στα κόκκινα σεντόνια που αναθρέψαμε την αγάπη μας,σε αυτα τα σεντόνια που χαθήκαμε και ξαναβρεθήκαμε,που ξεχαστήκαμε απο τον χρόνο και που μας επιασε ξανά η νοσταλγια,Αυτα τα πάθη....τα χέρια του χαιδευανε τρυφερά τους αστραγάλους της,εκείνη άφησε το βιβλίο της κάτω και τον πλησίασε,έγειρε πάνω του και άρχισε να τον φιλάει στο λαιμό εφαρμόζοντας το σώμα της στο σώμα του τόσο ταιριάστα σαν δύο κομματια πάζλ...
''Δεν θα γεράσουμε ποτέ''
του είπε και κοίταξε το ρολόι πάνω απο το τζάκι.
''...ένα πρωινό καφέ στην παραλία νοσταλγίσαμε''
είπε εκείνος και την έσφιξε στην αγκαλιά του.
''Τον νιώθω ,ειναι πλούσιος σε αρώματα,νιώθω και το φθινοπωρινό αεράκι με το αλάτι της θάλασσας να μας χτυπάει,το νιώθω  αγάπη μου, και φευγει η ψυχή μου απο εσένα..αχ αγάπη μου τι ωραίο το ηλιοβασίλεμα..σε ευχαριστω που το είδαμε μαζι....''
κάπως έτσι ο ήλιος έδυσε για τελευταία φορα και δύο ψυχές ορφάνεψαν ανάμεσα στους δύο κόσμους. στον Άδη πάντα βασίλευε το παράπονο.
Τα χέρια του χαιδευανε τρυφερά τα μαλλιά της, εκείνη για πρώτη φορά ψυχρή στο στήθος του ακουμπισμένη.Εκείνος με κλειστά τα μάτια απολάμβανε την τελυταία γουλιά του καφέ εκείνο το φθινόπωρινό πρωινό στην θάλασσα... με το πρώτο αεράκι σηκώθηκε και η ψυχή του ψηλά και χάθηκε με τους ανέμους στο τέλος του χρόνου.